Τι λέει η Σταματίνα Τσιμτσιλή για το πρώτο της βιβλίο; – Διαβάστε το 1ο κεφάλαιο

Η Σταματίνα μιλά για τη γυναικεία λογοτεχνία και τον νέο ρόλο της ως συγγραφέως, συστήνει την ηρωίδα του βιβλίου της Λήδα και εξηγεί πώς μια αναπάντεχη επαγγελματική συγκυρία τής άνοιξε έναν καινούριο δρόμο, εκείνον της συγγραφής.\r\n\r\n400 σελίδες, 95.000 λέξεις, μία ηρωίδα. Και μία συγγραφέας. Η Σταματίνα Τσιμτσιλή ούτε που φανταζόταν το 2010, όταν η τότε τηλεοπτική στέγη της, το ALTER, περνούσε από Συμπληγάδες, πως η δύσκολη συγκυρία θα την οδηγούσε σε ένα λυτρωτικό, δημιουργικό ξέφωτο. Ηταν τότε, όπως θυμάται, που ένα σχέδιο επί χάρτου ξεκινούσε να γίνει το πρώτο της μυθιστόρημα, που οι σκέψεις και τα αισθήματά της αποκτούσαν υπόσταση -στην πραγματικότητα μια νέα, αυτόνομη ζωή- μετασχηματιζόμενα σε λέξεις.\r\n\r\nΤέσσερα χρόνια μετά το «Ολα για λίγο παράδεισο» είναι τυπωμένο και βιβλιοδετημένο, έτοιμο προς κυκλοφορία από τις εκδόσεις Ψυχογιός στις 23 Οκτωβρίου. Πώς αντιμετωπίζει η ίδια η Σταματίνα την πρόκληση της κυκλοφορίας ενός βιβλίου; «Είναι κάτι εντελώς καινούριο για μένα. Νιώθω χαρούμενη και περήφανη που κατάφερα να ολοκληρώσω το βιβλίο αλλά και φοβισμένη για την αντιμετώπιση που θα έχει ο νέος ρόλος μου. Ηταν ένα όνειρο που το βλέπω να γίνεται πραγματικότητα», δηλώνει με πρόδηλο ενθουσιασμό. Βασικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι η Λήδα, μια 35χρονη γυναίκα.\r\n\r\n\r\nΠροδημοσίευση\r\n\r\n\r\n\r\n\r\n\r\n\r\n\r\n\r\nΗ αφήγηση ξεδιπλώνεται γύρω από το παρόν αλλά με αναδρομές στο παρελθόν της, με άξονα τις ανδρικές φιγούρες που τη σημάδεψαν, εκείνους που τη βοήθησαν να εξελιχθεί και τους άλλους που την εγκλώβισαν και την παγίδευσαν. Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Το Λιμάνι» -αποσπάσματα του οποίου προδημοσιεύουμε αποκλειστικά- η Λήδα ανακαλεί τη γνωριμία και τον γάμο με τον σύζυγό της, τον Ορέστη. «Κάθε φορά που κοίταζε τον Ορέστη, ένιωθε ευλογημένη. Ηταν ο άντρας που την έκανε να ξαναπιστέψει στον έρωτα, να νιώσει ότι θέλει να κάνει οικογένεια και να μοιραστεί την κάθε στιγμή σαν να ήταν η τελευταία. Στην αγκαλιά του ξεχνούσε όσα τη φόβιζαν και την είχαν πονέσει στο παρελθόν, κι εδώ που τα λέμε, δεν ήταν και λίγα. Μέχρι να τον γνωρίσει, η ζωή της έμοιαζε με διαδρομή σε τρενάκι του τρόμου. Από την πρώτη στιγμή, όμως, ένιωσε με τον Ορέστη ένα αίσθημα ασφάλειας που δεν το άλλαζε με τίποτα πάνω στη Γη. Αυτός ο άντρας ήταν δικός της.\r\n\r\nΤο ήξερε από την αρχή που διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. Ακόμα και όταν της έκανε πρόταση γάμου, ήταν σαν να την περίμενε από την ημέρα που γεννήθηκε. Αυτή η νέα σελίδα στη ζωή της θα την οδηγούσε στη λύτρωση και αυτό δεν το χαράμιζε με τίποτα στον κόσμο. Πώς μπορείς άλλωστε να αμφισβητήσεις τα ολοφάνερα και αυτονόητα; Πώς μπορείς να προσπεράσεις μια πόρτα που οδηγεί στον παράδεισο όταν για χρόνια ολόκληρα είσαι εγκλωβισμένος στην κόλαση;».\r\n\r\nΜια ευαίσθητη πένα\r\n\r\nΣτην εύγλωττη ερώτηση αν το είδος της γυναικείας λογοτεχνίας με το οποίο καταπιάνεται και το οποίο -κακά τα ψέματα- έχει σχολιαστεί ποικιλοτρόπως τη φόβισε ή την έκανε να σκεφτεί δυο φορές τι, αλλά κυρίως πώς θα το γράψει, η Σταματίνα προτιμά να απαντήσει όχι από τη θέση της συγγραφέως, αλλά με την εμπειρία της φανατικής αναγνώστριας: «Ανήκω κι εγώ στο κοινό στο οποίο απευθύνομαι. Διαβάζω φανατικά τα βιβλία της Λένας Μαντά, για παράδειγμα, τα οποία με αγγίζουν βαθιά. Είμαι αρκετά ρομαντική. Σκέψου ότι ακόμη πιάνω τον εαυτό μου να δακρύζει παρακολουθώντας μια συναισθηματικά φορτισμένη ταινία. Ηθελα λοιπόν κι εγώ μέσω αυτού του βιβλίου να μιλήσω στην καρδιά των γυναικών. Δεν ανήκω στο κοινό των “Πενήντα αποχρώσεων του γκρι”. Δεν μπήκα καν στη διαδικασία να διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο», εξηγεί διαχωρίζοντας με τον τρόπο της την ήρα από το στάρι.\r\n\r\n\r\n\r\nΑκόμη και τις παθιασμένες ερωτικές σκηνές, τις οποίες θα συναντήσει κανείς από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο του βιβλίου της, η ίδια προσπάθησε, όπως λέει, να τις μπολιάσει με ρομαντισμό. «Δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση μια ερωτική σκηνή να καπελώσει όλο το υπόλοιπο βιβλίο», επισημαίνει. Αλλωστε ο τρόπος της αφήγησής της, οι λέξεις που επιλέγει να χρησιμοποιήσει, ακόμη και τα κλισέ που θα βρει κανείς διυλίζονται μέσα από το συναίσθημα, βουτούν στον πυρήνα των ηρώων, συνθλίβουν την ωμότητα του κυνισμού. «Η Λήδα σηκώθηκε αποφασιστικά από την μπαμπού πολυθρόνα όπου είχε βυθιστεί στις σκέψεις της, πήγε κοντά του και του ψιθύρισε με μια χροιά ηδονική: “Αγκάλιασέ με, Ορέστη”. Εκείνος δεν έχασε λεπτό. Την έκλεισε στην αγκαλιά του και άρχισε να τη φιλάει παθιασμένα.\r\n\r\nΤης έβγαλε τη μικροσκοπική σατέν ρόμπα και εξερεύνησε κάθε γωνιά του κορμιού της που φλεγόταν από επιθυμία. Ο έρωτάς τους ήταν φωτιά. Κάθε φορά που τον ένιωθε μέσα της, αισθανόταν γεμάτη. Σαν να υπήρχε μόνο για εκείνον. Σαν να ήταν ένα μουσικό όργανο που περίμενε να αφεθεί στα χέρια του. Eτσι όπως βρισκόταν από πάνω του, έφτασε γρήγορα στην κορύφωση. Τα βογκητά της μέχρι τη στιγμή της ολοκλήρωσης έμοιαζαν με μουσική από ραδιόφωνο που κάποιος είχε ξεχάσει ανοιχτό. Το τελευταίο βέβαια που την ενδιέφερε ήταν ποιος μπορεί να την άκουγε. Η Λήδα και ο Ορέστης έμειναν αγκαλιασμένοι για ώρα. Δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από την ηδονή που μόλις είχαν μοιραστεί. Το ελάχιστο φως στη βεράντα ερχόταν από τον ουρανό και το ολόγιομο φεγγάρι. Hταν όμως αρκετό για να φωτίσει την καλοκαιρινή νύχτα».\r\n\r\nΒιωματικό ναι, αυτοβιογραφικό όχι\r\n\r\nΔεν είναι μυστικό ότι οι παντός είδους γραφιάδες συνηθίζουν να αυτοψυχαναλύονται, να ξορκίζουν τα απωθημένα τους ή να λουστράρουν τις προσδοκίες και τους ευσεβείς πόθους τους μέσω των πονημάτων τους. Η Σταματίνα μπορεί να αρνείται ότι στο βιβλίο της θα βρει κανείς συγκεκαλυμμένα ή παραλλαγμένα στιγμιότυπα από την ιδιωτική ζωή της, όμως παραδέχεται πως το δικό της απόσταγμα σοφίας, εκείνο που αποκόμισε από τις εμπειρίες -προσωπικές και επαγγελματικές-, τις σχέσεις, ακόμη και από τη διαδικασία της ψυχοθερα-πείας, διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα. «Προσπάθησα -και νομίζω ότι σε έναν βαθμό το κατάφερα- να ενσωματώσω πράγματα που έχω καταλάβει και έχω αντιληφθεί η ίδια από τη ζωή και τα οποία θέλω να μοιραστώ με τις αναγνώστριες. Το βιβλίο δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτοβιογραφικό. Ωστόσο, όλες οι αναγνώστριες είτε είναι στην ηλικία της Λήδας, είτε μεγαλύτερες ή μικρότερες, νομίζω πως μπορούν να βρουν συνάψεις μαζί της», εξηγεί. Η σχέση της ηρωίδας με την ψυχοθεραπεία περιγράφεται, άλλωστε, από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο: «Αν κάτι ήξερε με βεβαιότητα η Λήδα είναι πως η ψυχοθεραπεία ζητά αμείλικτη τιμιότητα με τον εαυτό σου κι εκείνη δεν ήταν έτοιμη για ένα μπρα ντε φερ με το σκοτάδι. Η Προκοπίου όμως, μια συμπαθητική κοκκινομάλλα κυρία γύρω στα πενήντα πέντε, δε θύμιζε σε τίποτα αυτό το απόμακρο και “απαγορευμένο” που στην αρχή νόμιζε. Μέρα με τη μέρα την κέρδιζε ολοένα και περισσότερο, και σε μια από τις ατελείωτες συζητήσεις τους, η κουβέντα έφτασε στα ταξίδια της φαντασίας της που ξεκίνησαν όταν ήταν ακόμα παιδί. Με δυσκολία προσπάθησε να απαριθμήσει λεπτομέρειες, όπως ότι αγαπημένος της προορισμός ήταν το χωριό της, η Σπηλιά, εκεί όπου περνούσε με την αδελφή της τα καλοκαίρια, εκεί όπου έζησε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, εκεί όπου γνώρισε τον πρώτο της έρωτα που έμελλε να σημαδέψει όλη της τη ζωή. Εκλεινε τα μάτια και με βάρκα τη φαντασία της έφτανε μέχρι τη μακρινή Κρήτη και το καταπράσινο χωριό της με τα διάφανα μπλε νερά. Της άρεσε να κάνει βόλτα στην αγαπημένη της παραλία, να νιώθει την υγρή άμμο στα ακροδάχτυλά της και το θαλασσινό νερό να χαϊδεύει το κορμί της. Εκεί μονάχα ένιωθε ελεύθερη».\r\n\r\nΟι 40 πρώτες σελίδες\r\n\r\nΓια την ολοκλήρωση του βιβλίου η Σταματίνα χρειάστηκε τέσσερα χρόνια. Λέει μάλιστα πως ένα μεγάλο μέρος της συγγραφής έγινε αμέσως μετά τη γέννηση της πρώτης κόρης της, της Νάγιας. Ενώ εκείνη κοιμόταν. Η τελευταία τελεία μπήκε το Πάσχα του 2014, λίγες εβδομάδες δηλαδή πριν από τη γέννηση της δεύτερης κόρης της. Σαν ένα νοητό, τέλειο σχήμα κύκλου. Η Σταματίνα θυμάται ακόμη πως όταν πρωτοάρχισε να γράφει, δεν είχε μοιραστεί τη νέα της απασχόληση ούτε με τον σύζυγό της, Θέμη Σοφό. Του αποκάλυψε το μυστικό της όταν πια είχε ολοκληρώσει τις πρώτες 40 σελίδες. Υπογραμμίζει μάλιστα πόσο υποστηρικτικός ήταν εκείνος στην προσπάθειά της να ιχνηλατήσει σε μια άκρως γοητευτική αλλά άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή γη, τη συγγραφή. Προφανώς γι’ αυτό ή ίδια επέλεξε η αφιέρωση του «Ολα για λίγο παράδεισο» να αφορά αποκλειστικά εκείνον: «Αυτές οι σελίδες είναι αφιερωμένες στον Θέμη, που πριν από μερικά χρόνια με πήρε από το χέρι και μου έδειξε το μονοπάτι της ευτυχίας…» σημειώνει η συγγραφέας Τσιμτσιλή.\r\n\r\nΤο ίδιο μονοπάτι -τουλάχιστον στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου- φαίνεται πως βαδίζει και η ηρωίδα της, η Λήδα, στο πλευρό του Ορέστη. «”Δεν κρυώνεις εδώ πάνω;”, ρώτησε με το γνωστό προστατευτικό ύφος του. Βλέπεις, την περνούσε εφτά ολόκληρα χρόνια και γι’ αυτόν ήταν πάντα η μικρή του. “Να κρυώσω αυγουστιάτικα, με τριάντα βαθμούς; Σοβαρολογείς; Βασικά σκεφτόμουν τον γάμο μας. Σε δύο εβδομάδες τα ψέματα τελειώνουν, αγαπητέ μου. Θα είμαι και με τη βούλα η κυρία Μανιάτη”. “Είσαι ήδη, μωρό μου, και μάλλον δεν το έχεις καταλάβει. Από εκείνο το βράδυ που είπες το ναι, είσαι η κυρία Λήδα Μανιάτη, ή αλλιώς, μικρή μου, είσαι η γυναίκα της ζωής μου”. Το γέλιο της ακούστηκε εκκωφαντικό στη βουβή καλοκαιρινή βραδιά. Τα μάτια της, καρφωμένα στα δικά του, λαμπύριζαν σε μια απόπειρα να αντικατοπτρίσουν όλα αυτά που αισθανόταν για εκείνον. Ηταν αδύνατον όμως γιατί ήταν τόσο πολλά. Στιγμιαία θυμήθηκε το βράδυ που της πρότεινε να γίνει γυναίκα του. Τα είχε όλα εκείνη η βραδιά· ξαστεριά, φεγγάρι, κυρίως όμως πολύ έρωτα. Εκείνη πάντως ήταν στον κόσμο της.\r\n

\r\n

\r\nΟχι μόνο δεν υποπτεύτηκε το παραμικρό, αλλά παραλίγο να καταστρέψει και το ρομαντικό του σχέδιο. Ξεθεωμένη από μια δύσκολη ημέρα στο γραφείο, ήθελε μόνο να οριζοντιωθεί στο κρεβάτι της, όταν εκείνος της ζήτησε να βγουν για φαγητό. Ηταν Πέμπτη, και παρόλο που προσπάθησε σθεναρά να αποφύγει την έξοδο με πρόφαση το πρωινό ξύπνημα της επομένης αλλά και την κούρασή της, ο Ορέστης ήταν ανυποχώρητος. Με μισή καρδιά σηκώθηκε από τον καναπέ, ντύθηκε και τον περίμενε να έρθει. Ισως είχε ανάγκη να τη δει και να της μιλήσει. Αλλωστε δεν ήταν πολλές οι φορές που επέμενε τόσο πολύ για να βγουν. Ηταν σπιτόγατος κι αυτός όπως και εκείνη. Ο Ορέστης είχε κάνει κράτηση στο Island. Οταν το άκουσε, σκεπτόμενη τη διαδρομή και τις στροφές της παραλιακής, της φάνηκε προκαταβολικά βουνό. Δε μίλησε όμως για να μην ξεκινήσει άθελά της καβγά. Αφού παρήγγειλαν κρασί και είπαν τα νέα τους, εκείνος άρχισε έναν απολογισμό της σχέσης τους. Εναν απολογισμό διανθισμένο από ερωτόλογα. Πριν καλά καλά καταλάβει τι είχε συμβεί, έβγαλε ένα κουτάκι από την τσέπη του και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Το μονόπετρο με το ειδικά κατεργασμένο διαμάντι δύο καρατίων τής έκοψε την ανάσα. Ακόμα κι αν είχε πάει μαζί του για να το διαλέξει, θα είχε επιλέξει κάτι λιγότερο εντυπωσιακό. Η Λήδα δεν απάντησε αμέσως στην πρότασή του. Ξέσπασε σε δάκρυα χαράς και συγκίνησης ανακατεμένα με το άρωμα της θάλασσας. Εκείνη η βραδιά σφράγισε την καρδιά της. Ακόμα και τώρα που τον είχε μπροστά της, σχεδόν έναν χρόνο μετά, τα συναισθήματα ήταν νωπά».\r\n\r\nΗ πραγματικότητα δαγκώνει; \r\n\r\nΕχοντας διαβάσει τις πρώτες 20 σελίδες του μυθιστορήματός της, παρατηρώ πως αρκετές από τις αναφορές, όπως το club-restaurant όπου έγινε η πρόταση γάμου, το κρασί που απολάμβαναν οι ήρωες, η σχεδιάστρια του νυφικού της Λήδας ανταποκρίνονται απολύτως στην πραγματικότητα. Είναι πράγματα και πρόσωπα υπαρκτά. Οπως λόγου χάρη στο παρακάτω απόσπασμα: «Η Λήδα διάλεξε το νυφικό της πολύ γρήγορα. Ποτέ δεν ήταν από τις γυναίκες που γυρνούσαν με τις ώρες στα μαγαζιά μέχρι να αποφασίσουν τι θέλουν. Το αντίθετο. Αφού έκανε την έρευνά της στο Ιντερνετ, της πήρε μόλις μισή ώρα για να το επιλέξει. Η Σήλια Κριθαριώτη ήταν γνωστή για τη λεπτοδουλεμένη δαντέλα που χρησιμοποιούσε στις δημιουργίες της κι εκεί ήταν που βρήκε το νυφικό των ονείρων της. Δεν ράβονται τυχαία εδώ όλες οι νύφες της υψηλής κοινωνίας, σκέφτηκε όταν μπήκε στο ατελιέ της στην Πλάκα. Η τιμή βέβαια ήταν λίγο τσιμπημένη, αλλά αυτό δεν τη σταμάτησε. Ο Ορέστης που θα πλήρωνε το νυφικό ήταν ανένδοτος όταν εκείνη εξέφρασε κάποιες επιφυλάξεις. Αν μπορούσε να το περιγράψει με τρεις λέξεις, αυτές σίγουρα θα ήταν: λιτό, κομψό και απέριττο. Ειδικά για την αυριανή περίσταση, η μαμά της είχε παραγγείλει γλυκά και σαμπάνια και η αδελφή της είχε αναλάβει να φέρει λουλούδια και φωτογραφική μηχανή. Ναι, η τριαντατετράχρονη Λήδα σε λίγες μέρες θα ανέβαινε τα σκαλιά της εκκλησίας. Ακόμα και η ίδια δεν μπορούσε να το πιστέψει. Για χρόνια ολόκληρα είχε πειστεί ότι θα έμενε στο ράφι».\r\n\r\nΗ Σταματίνα εξηγεί πως ήθελε το βιβλίο και τα περιστατικά να είναι εναρμονισμένα σε κάθε εποχή στην οποία αναφέρεται εκείνο αλλά και πως οι ρεαλιστικές αναφορές δεν στερούν τίποτα από τη μυθοπλασία, την εξέλιξη της πλοκής αλλά και το βάθος της αφήγησης. Η ηρωίδα της, άλλωστε, φαίνεται να είναι μια γυναίκα που έχει βιώσει την πραγματικότητα, άλλες φορές ομαλά κι άλλες με τον σκληρότερο τρόπο. Οπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή κάθε γυναίκας. Κι ίσως τελικά η ίδια η ζωή, διυλισμένη από μια δημοσιογραφικά λογοτεχνική πένα, να είναι η ιδανική συνταγή ώστε η Σταματίνα μετά την αναπόδραστη φετινή τηλεοπτική επιτυχία της να κατακτήσει και μια θέση στη λίστα των best sellers.

Αφήστε το σχόλιό σας

σχόλια

Related posts